Breaking News
Home / Όμηρος Ερμείδης / Ο Λώτ και το χάσιμο της γυναικός του αντί του Ορφέως και του χασίματος της γυναικός του Ευρυδίκης του Όμηρου Ερμείδη

Ο Λώτ και το χάσιμο της γυναικός του αντί του Ορφέως και του χασίματος της γυναικός του Ευρυδίκης του Όμηρου Ερμείδη

Ο Λώτ και το χάσιμο της γυναικός του αντί του Ορφέως και του χασίματος της γυναικός του Ευρυδίκης του Όμηρου Ερμείδη

Χριστιανική ιστορία

Γένεσις ιθ ή 19ον κεφάλαιο, στίχοι 1 έως 26 [Παλαιά Διαθήκη, Βίβλος] :

1 Ήλθον δὲ οἱ δύο ἄγγελοι εἰς Σόδομα ἑσπέρας· Λὼτ δὲ ἐκάθητο παρὰ τὴν πύλην Σοδόμων. ἰδὼν δὲ Λώτ, ἐξανέστη εἰς συνάντησιν αὐτοῖς καὶ προσεκύνησε τῷ προσώπῳ ἐπὶ τὴν γῆν.

2 καὶ εἶπεν· ἰδοὺ κύριοι, ἐκκλίνατε εἰς τὸν οἶκον τοῦ παιδὸς ὑμῶν καὶ καταλύσατε καὶ νίψασθε τοὺς πόδας ὑμῶν, καὶ ὀρθρίσαντες ἀπελεύσεσθε εἰς τὴν ὁδὸν ὑμῶν. καὶ εἶπαν· οὐχί, ἀλλ᾿ ἐν τῇ πλατείᾳ καταλύσομεν.

3 καὶ κατεβιάζετο αὐτούς, καὶ ἐξέκλιναν πρὸς αὐτὸν καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. καὶ ἐποίησεν αὐτοῖς πότον, καὶ ἀζύμους ἔπεψεν αὐτοῖς, καὶ ἔφαγον.

4 πρὸ τοῦ κοιμηθῆναι δέ, οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως οἱ Σοδομῖται περικύκλωσαν τὴν οἰκίαν ἀπὸ νεανίσκου ἕως πρεσβυτέρου, ἅπας ὁ λαὸς ἅμα.

5 καὶ ἐξεκαλοῦντο τὸν Λὼτ καὶ ἔλεγον πρὸς αὐτόν· ποῦ εἰσιν οἱ ἄνδρες οἱ εἰσελθόντες πρὸς σὲ τὴν νύκτα; ἐξάγαγε αὐτοὺς πρὸς ἡμᾶς, ἵνα συγγενώμεθα αὐτοῖς.

6 ἐξῆλθε δὲ Λὼτ πρὸς αὐτοὺς πρὸς τὸ πρόθυρον, τὴν δὲ θύραν προσέῳξεν ὀπίσω αὐτοῦ.

7 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· μηδαμῶς ἀδελφοί, μὴ πονηρεύσησθε.

8 εἰσὶ δέ μοι δύο θυγατέρες, αἳ οὐκ ἔγνωσαν ἄνδρα· ἐξάξω αὐτὰς πρὸς ὑμᾶς, καὶ χρᾶσθε αὐταῖς, καθὰ ἂν ἀρέσκῃ ὑμῖν· μόνον εἰς τοὺς ἀνδρας τούτους μὴ ποιήσητε ἄδικον, οὗ εἵνεκεν εἰσῆλθον ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν δοκῶν μου.

9 εἶπαν δὲ αὐτῷ· ἀπόστα ἐκεῖ. εἰσῆλθες παροικεῖν· μὴ καὶ κρίσιν κρίνειν; νῦν οὖν σὲ κακώσωμεν μᾶλλον ἢ ἐκείνους. καὶ παρεβιάζοντο τὸν ἄνδρα τὸν Λὼτ σφόδρα. καὶ ἤγγισαν συντρίψαι τὴν θύραν.

10 ἐκτείναντες δὲ οἱ ἄνδρες τὰς χεῖρας εἰσεσπάσαντο τὸν Λὼτ πρὸς ἑαυτοὺς εἰς τὸν οἶκον, καὶ τὴν θύραν τοῦ οἴκου ἀπέκλεισαν·

11 τοὺς δὲ ἄνδρας τοὺς ὄντας ἐπὶ τῆς θύρας τοῦ οἴκου ἐπάταξαν ἐν ἀορασίᾳ ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου, καὶ παρελύθησαν ζητοῦντες τὴν θύραν.

12 Εἶπαν δὲ οἱ ἄνδρες ἢ πρὸς Λώτ· εἰσί σοι ὧδε γαμβροὶ ἢ υἱοὶ ἢ θυγατέρες; ἢ εἴτις σοι ἄλλος ἐστὶν ἐν τῇ πόλει, ἐξάγαγε ἐκ τοῦ τόπου τούτου·

13 ὅτι ἡμεῖς ἀπόλλυμεν τὸν τόπον τοῦτον, ὅτι ὑψώθη ἡ κραυγὴ αὐτῶν ἔναντι Κυρίου, καὶ ἀπέστειλεν ἡμᾶς Κύριος ἐκτρίψαι αὐτήν.

14 ἐξῆλθε δὲ Λὼτ καὶ ἐλάλησε πρὸς τοὺς γαμβροὺς αὐτοῦ τοὺς εἰληφότας τὰς θυγατέρας αὐτοῦ καὶ εἶπεν· ἀνάστητε καὶ ἐξέλθετε ἐκ τοῦ τόπου τούτου, ὅτι ἐκτρίβει Κύριος τὴν πόλιν. ἔδοξε δὲ γελοιάζειν ἐναντίον τῶν γαμβρῶν αὐτοῦ.

15 ἡνίκα δὲ ὄρθρος ἐγίνετο, ἐσπούδαζον οἱ ἄγγελοι τὸν Λὼτ λέγοντες· ἀναστὰς λάβε τὴν γυναῖκά σου καὶ τὰς δύο θυγατέρας σου, ἃς ἔχεις, καὶ ἔξελθε, ἵνα μὴ καὶ σὺ συναπόλῃ ταῖς ἀνομίαις τῆς πόλεως.

16 καὶ ἐταράχθησαν· καὶ ἐκράτησαν οἱ ἄγγελοι τῆς χειρὸς αὐτοῦ καὶ τῆς χειρὸς τῆς γυναικὸς αὐτοῦ καὶ τῶν χειρῶν τῶν δύο θυγατέρων αὐτοῦ, ἐν τῷ φείσασθαι Κύριον αὐτοῦ.

17 καὶ ἐγένετο, ἡνίκα ἐξήγαγον αὐτοὺς ἔξω καὶ εἶπαν· σῴζων σῷζε τὴν σεαυτοῦ ψυχήν· μὴ περιβλέψῃ εἰς τὰ ὀπίσω, μηδὲ στῇς ἐν πάσῃ τῇ περιχώρῳ· εἰς τὸ ὄρος σῴζου, μήποτε συμπαραληφθῇς.

18 εἶπε δὲ Λὼτ πρὸς αὐτούς· δέομαι κύριε,

19 ἐπειδὴ εὗρεν ὁ παῖς σου ἔλεος ἐναντίον σου καὶ ἐμεγάλυνας τὴν δικαιοσύνην σου, ὃ ποιεῖς ἐπ᾿ ἐμὲ τοῦ ζῆν τὴν ψυχήν μου, ἐγὼ δὲ οὐ δυνήσομαι διασωθῆναι εἰς τὸ ὄρος, μήποτε καταλάβῃ με τὰ κακὰ καὶ ἀποθάνω.

20 ἰδοὺ ἡ πόλις αὕτη ἐγγὺς τοῦ καταφυγεῖν με ἐκεῖ, ἥ ἐστι μικρά, καὶ ἐκεῖ διασωθήσομαι· οὐ μικρά ἐστι; καὶ ζήσεται ἡ ψυχή μου ἕνεκέν σου.

21 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἐθαύμασά σου τὸ πρόσωπον καὶ ἐπὶ τῷ ρήματι τούτῳ τοῦ μὴ καταστρέψαι τὴν πόλιν, περὶ ἧς ἐλάλησας·

22 σπεῦσον οὖν τοῦ σωθῆναι ἐκεῖ· οὐ γὰρ δυνήσομαι ποιῆσαι πρᾶγμα, ἕως τοῦ ἐλθεῖν σε ἐκεῖ. διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τῆς πόλεως ἐκείνης Σηγώρ.

23 ὁ ἥλιος ἐξῆλθεν ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ Λὼτ εἰσῆλθεν εἰς Σηγώρ,

24 καὶ Κύριος ἔβρεξεν ἐπὶ Σόδομα καὶ Γόμορρα θεῖον, καὶ πῦρ παρὰ Κυρίου ἐξ οὐρανοῦ

25 καὶ κατέστρεψε τὰς πόλεις ταύτας καὶ πᾶσαν τὴν περίχωρον καὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν ταῖς πόλεσι καὶ τὰ ἀνατέλλοντα ἐκ τῆς γῆς.

26 καὶ ἐπέβλεψεν ἡ γυνὴ αὐτοῦ εἰς τὰ ὀπίσω καὶ ἐγένετο στήλη ἁλός.

Ο Θεός ειδοποίησε τον Λώτ επειδή η πόλη που έμενε με την οικογένειά του ήτο αμαρτωλή και η οικογενεία του τον εσέβετο και τιμούσε τους νόμους του θεού, να πάρει τις δυο θυγατέρες του και την γυναίκα του και να φύγουν από τα Σόδομα, γιατί θα ρίξει φωτιά να τα καταστρέψει. Τον προειδοποίησε όμως όταν θα έχουν εξέλθει από την πόλη να μην γυρίσουν να κοιτάξουν πίσω την καταστροφή που θα ακούσουν να γίνεται για θα «καεί» όποιος γυρίσει να κοιτάξει πίσω την πόλη. Ο Λώτ και οι θυγατέρες του δεν κοίταξαν, αλλά η γυναίκα του όμως δεν άντεξε και γύρισε πίσω και κοίταξε και έγινε στήλη άλατος.

Ελληνική μυθολογία, προκατακλυσμιαία ιστορία

Ο πιο ξακουστός λυράρης εις την αρχαιότητα ήτο ο Ορφέας από την Θράκη. Ο Ορφέας σπούδασε εις το Πήλιο, εις το σχολείο του σοφού Κενταύρου Χείρωνος, έλαβε μέρος εις την Αργοναυτική εκστρατεία όπου με την λύρα του και το τραγούδι του νίκησε τις Σειρήνες.

Την μελωδία που έβγαζε η λύρα του ήτο τόσο γλυκιά, απερίγραπτη και πρωτόχνορη η οποία εχύνετο μέσα εις τις καρδιές των ανθρώπων. Ακόμη και τ’ άγρια ζώα, ήσαν πάντα μαγεμένα από την μουσική τέχνη του, διότι όταν τον άκουγαν ζύγωναν ν’ ακούσουν και να απομείνουν ξεχασμένα, χωρίς να του επιτεθούν ή να επιτεθούν μεταξύ τους.

Παντρεύτηκε την Ευρυδίκη η οποία ήτο μια νύμφη του βουνού, Δρυάδα. Κάποτε η Ευρυδίκη δαγκώθηκε από ένα φίδι και πέθανε. Ξεκίνησε τότε για να κατέβει στον Άδη, εκεί όπου «στην είσοδο σου δίνουν τα κλειδιά, αλλά στην έξοδό σου δεν στα δίνουν και δεν τα ξαναβλέπεις». [η είσοδος που κατέβηκε εις τον Κάτω κόσμο ήτο εις το ακρωτήριο Ταίναρο που ονομάζετο Άϊδα στόμα ή νεκρομαντείο του Ποσειδώνος].

Επειδή την αγαπούσε πολύ αποφάσισε να κατέβει μαζί με την λύρα του. Ήθελε να πάει να μιλήσει και να παρακαλέσει τον άρχοντα του Κάτω Κόσμου ώστε για να του ξαναδώσουν την σύντροφο της καρδιάς του. Μίλησε εις τον Άδη και σε όλους τους χθόνιους θεούς με την λύρα του και το τραγούδι του. Ήτο έτσι βαθύς κι αληθινός ο πόνος της καρδιάς του, που συγκίνησε πρώτα την Περσεφόνη, η οποία ήξερε από χωρισμούς, και ύστερα τον Πλούτωνα.

Όπου και οι χθόνιοι θεοί, κυρίαρχοι του Κάτω κόσμου αποφάσισαν να κάνουν αυτό που δεν είχαν ξανακάνει έως τότε. Δέχθηκαν το αίτημά του να την ανεβάσει εις τον Επάνω Κόσμο μόνο και μόνο για χάρη αυτής της μαγικής του λύρας.

Ο «λυράρης» πήρε τότε την αγαπημένη του γυναίκα. Όλα όμως τα ωραία πράγματα θέλουν μια περίσσια προσοχή.

Μα ο Ορφέας δεν πρόσεξε τον αυστηρό όρο που του έθεσαν οι θεοί, για να μην γυρίσει πίσω του και να μην κοιτάξει την γυναίκα του, που τον ακολουθεί. Αν γυρίσει πριν ανέβουν στον Επάνω Κόσμο, τότε αμέσως και για πάντα θα χαθεί από τα μάτια του η Ευρυδίκη του. Αυτός ήτο ο σκληρός όρος, μα περισσότερο ειδικός. Αλλά εδώ όπως τις περισσότερες φορές εις την ζωή, άλλο όμως η λογική και άλλο η καρδιά. Λόγω την ανυπομονησίας του να την δει, δεν άντεξε η καρδιά και γύρισε να την δει. Αμέσως μόλις γύρισε εξαφανίσθηκε η Ευρυδίκη. Όταν κατάλαβε τι είχε κάνει άθελά του, λόγω της λαχτάρας του να την δει και τις μιλήσει, από τότε δεν ήθελε να ξαναδεί γυναίκα.

Έτσι γυρνούσε εις τα δάση, εις τα λαγκάδια και τις ερημιές, έχοντας συντροφιά του από τότε μόνο την λύρα του, αυτή την έγχορδη καρδιά του.

Βιβλιογραφία

Ηρωολόγιον Αγιολόγιον υπότιτλος : το Διάβα των ηρώων στον Χριστιανισμό [μέρος 1ον ] εκδόσεις Α. Γεωργιάδης 1998

Ηρωολόγιον Αγιολόγιον υπότιτλος : Αναμνήσεις από το μέλλον του χθες [μέρος 2ον ] προσωπική έκδοση [αρχές 2019]

Facebook Comments

Check Also

Η πίττα της εορτής του Δεκεμβρίου στην αρχαιότητα και τον Χριστιανισμό του Όμηρου Ερμείδη

Η πίττα της εορτής του Δεκεμβρίου στην αρχαιότητα και τον Χριστιανισμό του Όμηρου Ερμείδη Ελληνική …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.